Μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα αρκεί να πιστέψουμε σε αυτά

mporoume kataferoume panta pistepsoume auta

Ο ελέφαντας και ο κορυδαλλός ήταν φίλοι. Ο κορυδαλλός έδειχνε στον ελέφαντα τα πιο δροσερά σημεία της ζούγκλας και ο ελέφαντας προστάτευε τις νύχτες τη φωλιά του κορυδαλλού από την επίθεση αρπακτικών ερπετών και πεινασμένων σκίουρων.

 

Μια μέρα, ο ελέφαντας είπε στον κορυδαλλό πως τον ζήλευε για την ικανότητά του να πετάει. Πόσο θα του άρεσε να ανέβαινε στον ουρανό, να έβλεπε τη γη από ψηλά, να πήγαινε οπουδήποτε ανά πάσα στιγμή! Αλλά με το βάρος του… Ήταν αδύνατον!

Ο κορυδαλλός του είπε ότι ήταν πολύ εύκολο. Πως το μυστικό του πετάγματος των κορυδαλλών, για παράδειγμα, βρίσκονταν στα χρωματιστά φτερά της ουράς τους. Αν αυτός είχε τουλάχιστον ένα αληθινό φτερό και το ήθελε πραγματικά, μπορούσε να τα καταφέρει. Αφού είπε αυτό, έβγαλε με το ράμφος του ένα φτερό από την ουρά του και είπε: “Κράτα δυνατά αυτό το φτερό στο στόμα, και κούνα γρήγορα τ᾽αφτιά σου πάνω-κάτω”.

O ελεφαντας έκανε αυτό που του είπε ο κορυδαλλός Έπιασε δυνατά το φτερό με το στόμα του για να μη του ξεφύγει, κι άρχισε να κουνάει πάνω-κάτω τα μεγάλα του αφτιά με όλη του τη δύναμη.

Σιγά σιγά πρόσεξε πως ανέβαινε, απογειωνόταν, ήταν στον αέρα. Ο ελέφαντας αισθάνθηκε ευτυχισμένος. Μπορούσε να πάει όπου θέλει από τον αέρα, με μεγάλη ευκολία. Είδε τη γη από ψηλά, είδε τα ζώα και τους ανθρώπους, διέσχισε το βαθύ ποτάμι που είχε βάλει σαν όριο της περιοχής του και εξερεύνησε άγνωστα τοπία. Στο τέλος, επέστρεψε χαμογελαστός, για να προσγειωθεί εκεί που είχε αφήσει τον κορυδαλλό.

“Δεν ξέρεις πόσο σε ευγνωμονώ για αυτό το θαυματουργό φτερό” του είπε. Και το φύλαξε προσεκτικά πίσω από το αυτί του, για να το ξαναχρησιμοποιήσει όταν θα ήθελε να πετάξει ξανά.

Ο κορυδαλλός του απάντησε: “Α, το φτερό. Η αλήθεια είναι πως δεν είναι καθόλου θαυματουργό. Θα μου έπεφτε έτσι και αλλιώς, γιατί ήταν λίγο λάσκα, αλλά έπρεπε να σου δώσω κάτι για να μη πιστεύεις ότι η επιθυμία σου ήταν αδύνατη, και σκέφτηκα αυτό. Τώρα, το ξέρεις. Τη μαγεία την έφερε η επιθυμία σου, κι αυτό που σε έκανε να πετάξεις ήταν η δύναμη που έβαλες για να κουνήσεις τ᾽αφτιά σου”. 

Απόσπασμα από το βιβλίο “Βασίσου πάνω μου” του Χόρχε Μπουκάι, εκδόσεις Opera