Η πεταλουδα που δεν πέταξε ποτέ

petalouda den petakse pote

Η μαμά μου ήταν κόρη ενός ζευγαριού αγροτών από το Έντρε Ρίος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην υπαιθρο ανάμεσα σε ζώα, πουλιά και λουλούδια.

Εκείνη μας διηγήθηκε πως ένα πρωί, καθώς περπατούσε στο δάσος μαζεύοντας κλαδιά για να ανάψει τη φωτιά του φούρνου, είδε ένα κουκούλι να κρέμεται από ένα σπασμένο κλαδί. Σκέφτηκε ότι θα ήταν πιο ασφαλές για την καημένη τη κάμπια να τη φέρει σπίτι και να την έχει υπό την προστασία της. Όταν έφτασε, την έβαλε κάτω από μια λάμπα για να έχει ζέστη, και δίπλα από το παράθυρο για να μη της λέιψει ο αέρας. Για τις επόμενες ώρες, η μαμά μου έμεινε στο πλάι της προστατευόμενής της περιμένοντας τη μεγάλη στιγμή. Μετά από μια μακριά αναμονή που τελείωσε το επόμενο πρωί, η κοπέλα είδε το κουκούλι να σχίζεται και ένα μικρό και μαλλιαρό ποδαράκι να ξεχωρίζει στο εσωτερικό. Όλα ήταν μαγικά, και η μαμά μου μας έλεγε πως είχε την αίσθηση ότι ήταν μάρτυρας σε ένα θαύμα. Αλλά ξαφνικά το θαύμα άρχισε να μετατρέπεται σε τραγωδία. Η μικρή πεταλούδα φαινόταν να μην έχει αρκετή δύναμη για να σπάσει το ύφασμα από το κουκούλι της. Όση δύναμη κι αν έβαζε, δεν κατάφερνε να βγει από τη μικρή σχισμή του προσωρινού σπιτιού της. Η μαμά μου δεν μπορούσε να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Έτρεξε μέχρι την αποθήκη με τα εργαλεία και επέστρεψε μ´ένα τσιμπιδάκι κι ένα ψαλίδι μακρύ, λεπτό και μυτερό, που η γιαγιά μου χρησιμοποιούσε στο κέντημα. Προσέχοντας πολύ να μην ακουμπήσει το έντομο, άνοιξε σιγά σιγά ένα παράθυρο στο κουκούλι για να μπορέσει να βγει έξω η έγκλειστη πεταλούδα. Μετά από μερικά λεπτά αγωνίας, η καημένη πεταλούδα κατάφερε να αφήσει πίσω τη φυλακή της και περπάτησε σκοντάφτοντας προς το φως του παραθύρου. Λέει η μαμά μου πως, κατασυγκινημένη, άνοιξε το παράθυρο για να αποχαιρετίσει τη νέα πεταλούδα πριν την παρθενική της πτήση. Ωστόσο, η πεταλούδα δεν έφυγε πετώντας, ούτε όταν την ακούμπησε μαλακά με την άκρη τσιμπίδας. Σκέφτηκε ότι θα την τρόμαζε η παρουσία της και την άφησε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο, βέβαιη ότι δεν θα την έβρισκε όταν γύριζε. Αφού πέρασε όλο το απόγευμα παίζοντας, η μαμά μου γύρισε στο δωμάτιό της και βρήκε δίπλα στο παράθυρο την πεταλούδα της ακίνητη, με τα φτεράκια κολλημένα στο σώμα και τα ποδαράκια τεντωμένα προς τα πάνω. Η μαμά μου πάντα μας έλεγε με πόση αγωνία πήγε το έντομο στον πατέρα της, για να του πει τι είχε γίνει και να τον ρωτήσει τι άλλο έπρεπε να είχε κάνει, ώστε να την είχε βοηθήσει περισσότερο. Ο παππούς μου, που νομίζω πως ήταν ένας απ᾽αυτούς τους σοφούς σχεδόν αναλφάβητους που τριγυρίζουν στον κόσμο, της χάιδεψε το κεφάλι και της είπε πως δεν υπήρχε τίποτα παραπάνω που θα έπρεπε να είχε κάνει, κι ότι στην πραγματικότητα, η καλύτερη βοήθεια θα ήταν να είχε κάνει λιγότερα και όχι περισσότερα. 

Οι πεταλούδες χρειάζονται αυτή τη φοβερή προσπάθεια να σπάσουν τη φυλακή τους για να μπορέσουν να ζήσουν, γιατί κατά τη διάρκεια αυτών των στιγμών, εξήγησε ο παππούς μου, η καρδιά χτυπάει πολύ δυνατά και η πίεση που δημιουργείται στο κυκλοφορικό της σύστημα στέλνει το αίμα στα φτερά, που έτσι ξεδιπλώνονται και της δίνουν την ικανότητα να πετά. Η πεταλούδα που βοηθήθηκε να βγει από το κουκούλι της ποτέ δεν μπόρεσε να απλώσει τα φτερά της, γιατί η μαμά μου δεν την είχε αφήσει να παλέψει για τη ζωή της. Η μαμά μου πάντα μας έλεγε πως πολλές φορές είχε θελήσει να μας διευκολύνει στο δρόμο μας, αλλά θυμόταν την πεταλούδα της και προτιμούσε να αφήνει τα φτερά μας να απλώνονται με τη δύναμη της δικής μας καρδιάς. 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ “Βασίσου πάνω μου”, εκδόσεις Opera